ΤΗ χαρά που νιώθεις παίρνοντας στα χέρια το νιογέννητο μωρό ενός δικού σου ανθρώπου, ένιωσα όταν πρωταντίκρυσα το εντυπωσιακό λεύκωμα φωτογραφιών του φίλου Μανόλη Ζωγραφάκη.
Χαρά, συγκίνηση, αλλά και υπερηφάνεια για όσα αυτό το μαυρόασπρο βιβλίο συμπυκνώνει – για το συμπολίτη μας «ερασιτέχνη» φωτογράφο και «εραστή της τέχνης» Μανόλη Ζωγραφάκη.
«Αυτό που προσπαθώ να αιχμαλωτίσω είναι ίσως η ψυχή, ή, τέλος πάντων, μια αλήθεια, που εγώ ο ίδιος δεν κατάφερα να βρω, ίσως το χρόνο, που το βάζει στα πόδια και ποτέ δεν καταφέρνουμε να προλάβουμε», είναι τα λόγια του μεγάλου κινηματογραφιστή Κριστόφ Κισλόφσκι, που αποτελούν ίσως το μοχλό κίνησης και της καλλιτεχνικής ανησυχίας του Μανόλη. Αυτή την αλήθεια του Κισλόφσκι άλλωστε διάλεξε για να βάλει και ως τίτλο στο λεύκωμά του: «Ίσως το χρόνο».
Πηγή έμπνευσης οι άνθρωποι: δεν «στήνονται» απέναντί του, δεν ξέρουν – τις περισσότερες φορές – ότι τους φωτογραφίζει. Ο φωτογράφος με την ευγένεια και τη διακριτικότητά του δε θέλησε (ή δεν τον ενδιέφερε;) να τους τραβήξει «καταπρόσωπο». Ωστόσο, αθέλητα ή ηθελημένα – φαντάζομαι ούτε ο ίδιος ξέρει – κατόρθωσε να τους «κλέψει» εικόνες της ψυχής τους, όπως εκείνη τη στιγμή καθρεφτίζονταν εκτεθειμένες στο δημόσιο χώρο.
Χώροι λατρείας και άνθρωποι που προσεύχονται στον «πρόλογο» του λευκώματος: ο άνθρωπος απέναντι στο θείο (ιδιαίτερα εμφανής η αναμέτρηση σε μία από τις λίγες φωτογραφίες του λευκώματος όπου ο φακός απομακρύνεται από τον άνθρωπο, τονίζοντας τη μηδαμινότητά του απέναντι στο γιγάντιο σταυρό στην πλατεία της Βαρσοβίας). Χριστιανοί, Ορθόδοξοι ή Καθολικοί και Μουσουλμάνοι, κλεισμένοι στη δικιά τους «συνομιλία» με το Θεό, αναζητούν τις δικές τους απαντήσεις. Διεισδυτική στο φακό που θέλησε να διεισδύσει στην ψυχή της, μία μαντιλοφορούσα μεσόκοπη γυναίκα, «αναμετριέται» με το φωτογράφο.
Άνθρωποι που περιμένουν, στην επόμενη ενότητα. Καθισμένοι σε παγκάκια, σε σκαλοπάτια, μόνοι ή σε παρέες, σιωπηλοί τις περισσότερες φορές ή στη μέση κάποιας συζήτησης σε κάποιες άλλες, έχουν καταφέρει να ακινητοποιήσουν το χρόνο, σε τέλεια αντίθεση με την τελευταία φωτογραφία της ενότητας αυτής, με το πλήθος των αθλητών που τρέχουν.
«Φωτογραφία είναι η στιγμή, που το μάτι, η καρδιά και το μυαλό βρίσκονται στην ίδια ευθεία» είναι ένα «απόφθεγμα» του μεγάλου Henri Cartier Bresson, που εκφράζει το Μανόλη, ανοίγοντας μια ενότητα με μια σειρά φωτογραφίες σε ένα καφέ. Η σερβιτόρα που ισορροπεί το δίσκο σε δεύτερο πλάνο, σε μία εντυπωσιακή αέρινη κίνηση, το στρογγυλό τραπεζάκι με τα στρογγυλά ποτήρια και τη στρογγυλή ζαχαριέρα: μια σφαιρική φωτογραφία, που μας εισάγει στο μαγικό κόσμο του μικρού καφέ. Από τον ίδιο χώρο και οι επόμενες τρεις φωτογραφίες, ανοίγουν πλέον το κάδρο στην παρέα του τραπεζιού αλλά και στην καφετέρια, για να το «ξανακλείσουν» «στρογγυλεύοντας» και πάλι στο «στρογγυλό» κούρεμα του θαμώνα.
Ενδιαφέρουσα η «γεωμετρία» και των επόμενων φωτογραφιών: μεγαλοπρεπείς τούβλινοι τοίχοι, πλακόστρωτα, ξύλινα σκαλοπάτια ανάμεσα σε τσαλακωμένα πεσμένα φύλλα, ξύλινη αποβάθρα με τους δύο τροχούς ενός ποδηλάτου σε πρώτο πλάνο: ένα ενδιαφέρον πάντρεμα της καμπύλης με την ευθεία γραμμή. Γεωμετρικότητα και αντιθέσεις που καταργούν την επιφάνεια των φωτογραφιών, δίνοντάς της απλόχερα την τρίτη διάσταση.
Ένα από τα αγαπημένα θέματα του φωτογράφου στη συνέχεια: μεταφορικά μέσα. Άνθρωποι στις αποβάθρες, μέσα σε τρένα: οι αντιθέσεις και οι ομοιότητες των ανθρώπων βρίσκουν στις φωτογραφίες αυτές την απόλυτη συνισταμένη τους στον κοινόχρηστο χώρο. Πολύ ενδιαφέρουσα και η αντίθεση του γεμάτου και του άδειου πλοίου, ενώ το πλήθος ομοειδών αντικειμένων παρελαύνει και σε άλλες φωτογραφίες: παπούτσια, καπέλα, κωπηλατικές λέμβοι, ποδήλατα (επίσης ένα από τα θέματα που «εισχωρεί» σε πολλές φωτογραφίες).
Και αν η συστολή προς το πρόσωπο των φωτογραφιζόμενων (που δεν διαλέγει να τους κοιτάξει κατάματα) χαρακτηρίζει πολλές από τις φωτογραφίες, σίγουρα αυτό δεν συμβαίνει στις «κυρίες με τα μουσικά όργανα» που ηδονικά στήνονται στο φακό.
Ο αθώος κόσμος των μικρών παιδιών, η «ακινησία» των ηλικιωμένων, η τρυφερότητα των ερωτευμένων συμπλέκονται με τον καθημερινό «μόχθο»: εργαζόμενοι εν ώρα εργασίας, με την ίδια αγωνία στο πρόσωπο για τον επιούσιο, σε όποιο μέρος του κόσμου κι αν βρίσκονται.
Λαοί, πολιτισμοί, θρησκείες συνομιλούν σ’ αυτό το σύνολο διακοσίων φωτογραφιών. Και ο καλλιτέχνης, θέλοντας να μην παρεμβάλλει τίποτα ανάμεσα στη φωτογραφία και στην εντύπωση που προκαλεί σε μας, δεν κάνει το σχόλιο, δεν προσθέτει καμία λεκτική λεπτομέρεια σε καμία από αυτές. Στο τέλος μόνο, παραθέτει ένα παράρτημα με τον τόπο μόνο στον οποίο η καθεμία από αυτές τραβήχτηκε.
Και φυσικά, σε καμία περίπτωση το λεύκωμα αυτό δεν αποτελεί «ταξιδιωτικές εντυπώσεις». Είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια «περιήγηση» στον κόσμο μας. Είναι μια τρυφερή ματιά προς τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο, όπου γης, πρωταγωνιστή στο μικρόκοσμο που δημιουργείται μέσα στη φωτογραφία.
Άλλωστε, όπως μεταφέρει ο Μανόλης Ζωγραφάκης και στα λόγια της Nan Goldin, «όταν φωτογραφίζεις κάποιον, είναι ένας τρόπος να τον αγγίζεις».
Αλλά και να τον αγγίξουν αυτοί που μοιράζονται μαζί σου τις φωτογραφίες σου… θα πρόσθετα εγώ.
ΠΟΠΗ ΚΟΖΥΡΗ





